γαιάνθρακας


γαιάνθρακας
[гэантракас] ουσ. а. каменный уголь

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γαιάνθρακας" в других словарях:

  • γαιάνθρακας — ο ονομασία για διάφορα είδη στερεών οργανικών ορυκτών, πλούσιων σε άνθρακα, με χρώμα μαύρο ή γενικά σκούρο. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. earth coal). Η λ. γαιάνθραξ μαρτυρείται από το 1846 στον Β. Φλογαΐτη] …   Dictionary of Greek

  • γαιάνθρακας — ο ορυκτός άνθρακας, ο λιθάνθρακας, το πετροκάρβουνο: Στην περιοχή μας υπάρχουν πολλά κοιτάσματα γαιανθράκων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τασμανίτης — ο, Ν γεωλ. τύπος γαιάνθρακα με προσμίξεις ο οποίος έχει ενδιάμεση σύσταση μεταξύ καννελίτη και πετρελαϊκών σχιστολίθων, αλλ. λευκός γαιάνθρακας ή κίτρινος γαιάνθρακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. tasmanite < Tasmania, νησί στον νότιο Ειρηνικό + κατάλ …   Dictionary of Greek

  • άνθρακας — I (anthrax). Δίπτερο έντομο της οικογένειας των βομβυλιιδών. Πρόκειται για μεγάλη μύγα, που φτάνει σε μήκος τα 25 εκ. Έχει μαύρο σώμα με λέπια και τρίχες, πλατύ κεφάλι και προβοσκίδα που συνήθως είναι πολύ μακριά και λεπτή. Το θηλυκό γεννά τα… …   Dictionary of Greek

  • γαία — Αρχέγονη ελληνική θεότητα, η οποία στη Θεογονία του Ησιόδου εμφανίζεται στην αρχική δημιουργία του κόσμου, αμέσως μετά το Χάος. Η Γ. γέννησε μόνη της τον Ουρανό, τον Πόντο και τα Όρη και ύστερα, με σύζυγο τον Ουρανό, τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες… …   Dictionary of Greek

  • γαιανθρακαποθήκη — η αποθήκη γαιανθράκων. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαιάνθρακας + αποθήκη. Η λ. μαρτυρείται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αρχή εκδ. 1833)] …   Dictionary of Greek

  • γαιανθρακωρυχείο — το το ανθρακωρυχείο*. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαιάνθρακας + ορυχείο. Η λ. γαιανθρακωρυχείον μαρτυρείται από το 1855 στο περιοδικό σύγγραμμα Ευτέρπη] …   Dictionary of Greek

  • γαιανθρακόπλινθος — ο πλίνθος που γίνεται με συμπίεση (ή με προσθήκη κολλητικής ουσίας) από σκόνη λιθανθράκων. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαιάνθρακας + πλίνθος. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Πρωΐα] …   Dictionary of Greek

  • γαιανθρακώδης — ( ους), ες 1. ο γαιανθρακούχος* 2. (για καύσιμη ύλη) αυτός που μοιάζει με γαιάνθρακα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαιάνθρακας. Η λ. μαρτυρείται από το 1853 στον Ιω. Πύρλα, στην εφημερίδα Βελτίωσις] …   Dictionary of Greek

  • κάρβουνο — το (Μ κάρβουνο[ν] και κάρβωνον) 1. άνθρακας, ξυλάνθρακας, ξυλοκάρβουνο 2. μτφ. ερωτικός πόθος, πάθος («και να γροικού κάρβουνο στσι καρδιές τως», Πανώρ. νεοελλ. 1. κάθε είδος άνθρακα, γαιάνθρακας, λιγνίτης, λιθάνθρακας ή ξυλάνθρακας 2. (στη… …   Dictionary of Greek